Thursday, May 3, 2018

ARTHUR DANTO - Τέχνης απαντήματα

( Είναι προφανές ότι το αρχικό μου εγχείρημα, να οργώσω σειριακά και βουστροφηδόν, ολάκερη την Ιστορία της ανθρώπινης Τέχνης, ξεπερνούσε σε επικότητα και τα πλέον αισιόδοξα παραληρήματά μου. Ως εκ τούτου κι ο χαρακτήρας του ιστολογίου οφείλει να προσγειωθεί. Μεταστρέφεται αναγκαστικά στο γνωστό κολάζ πλίνθων και κέραμων, ατάκτως ερριμμένων. Σταχυολογήματα, λοιπόν, κι εντυπώσεις επιπόλαιες ή βαθεμένες, απ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του χρόνου και της οικουμένης. )


Δεν πάει πολύς καιρός, έπεσε στα χέρια μου κι ετούτη η «αρχαία» συνέντευξη του Άρθουρ Ντάντο, σε κάποιο Χρόνη Πολυχρονίου, δημοσιευμένη στο αείμνηστο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας. Είναι μερικές φορές, που το συναπάντημα με κάποιους ανθρώπους - έστω και σε συνεντεύξεις του ποδαριού - σ' αφήνει πλουσιότερο, με άλλα λόγια γεμάτο καρπούς και μέστωμα. Η συνέντευξη αυτή έρχεται να βλαστήσει σπόρους που προϋπήρχαν, αλλά παρέμεναν εν υπνώσει. Έρχεται να στερεώσει εντυπώσεις του αέρα και σημασίες σκόρπιες ή απαξιωμένες.

Για παράδειγμα, οι γενιές που γαλουχηθήκαμε μέσα σε τόνους κόμιξ και κινουμένων σχεδίων (συνήθως μέσα στη φτήνια και το σκουπιδαριό, άλλοτε όμως - κι όχι σπάνια - μέσα στην τεχνική αρτιότητα, το λυρισμό και το μεγαλείο της ανθρώπινης φαντασίας) φτάσαμε κάποτε να συγχέουμε τα όρια της Τέχνης, δίχως να 'χουμε στο παραμικρό διδαχτεί μοντερνισμό και μεταμοντερνισμό και, φυσικά, πολύ νωρίτερα γίνει της μόδας να μιλάμε για ένατη και άλλες Τέχνες. Για κάποιο λόγο, που ξεπερνούσε το φόβο να μιλά, αντί της αισθητικής ωριμότητας, η ελλιπής καλλιέργεια κι η προχειρότητα (μη ξεχνάμε πως η γενιά μου μεγάλωσε στην Ελλαδα του σκυλάδικου και της βιντεοκασέτας), κάτι στα σωθικά μας - τουλάχιστον, όσων είχαμε την εύνοια μιας φυσική ροπής - αναγνώριζε, ή μάλλον υποψιαζόταν, σ' αυτή τη μαζική παραγωγή έναν κρυμμένο θησαυρό, που δε θα συναντούσες στο Λούβρο (ακόμα).

Δε βλέπαμε κανένα προφανή λόγο (ίσως κι από αφέλεια) γιατί το πορτρέτο ενός φαύλου κι αιμομίκτη μονάρχη, με πρόστυχη μύτη και λάγνα ματάκια, αποτελούσε υψηλή τέχνη και όχι καλλιτεχνικό αγγάρεμα για τα προς το ζην, ενώ η άρτια δουλεμένη καρικατούρα του Ουντερζό ήταν τέχνη για τα περίπτερα και την παραλία. Μάχονταν ακόμα μέσα μας οι αντιφάσεις των κληρονομημένων ορισμών από τη μία (υψηλή Τέχνη είναι μόνο η κλασική Τέχνη) κι από την άλλη η αναπόφευκτη σύγκριση με τη «λαϊκή» παραγωγή, που στις μεγάλες της στιγμές (Μανάρα, Μπιλάλ, Ζιρό, κ.ο.κ.) αποτελούσε κραυγαλέα, όσο και λαμπερή συνέχεια υψηλής καλλιτεχνικής παραγωγής. Είναι προφανές, πως αντιλαμβανόμασταν ετούτη τη συνουσία των πάντων με τα πάντα, όχι χάρη σε κάποια ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα, παρά εξαιτίας της ίδιας της καλλιτεχνικής επανάστασης, η οποία δια της παγκοσμιοποίησης διέλυε τις μεμβράνες των παλιών κυττάρων, κατασκευάζοντας ένα καινούριο μεγα-κύτταρο, όπου τα πάντα ήταν τέχνη και συγχρόνως τίποτα.

Από τότε, φυσικά, κύλησαν χρόνοι πολλοί κι η αντίληψη των ατόμων προχώρησε, χέρι με χέρι, με την αντίληψη της κοινωνίας ολόκληρης. Η σύγχρονη θέαση διαχύθηκε πέρα από κάθε στεγανό και δεν ήξερες πια πού να τραβήξεις τη γραμμή. Δεν ήσουν σίγουρος αν σε συγκινούσαν αισθήματα στ' αλήθεια υψηλά ή φο-μπιζού κι αστραφτερά καθρεφτάκια. Τα σκόρπια διαβάσματα και ο καταιγισμός της τεχνολογίας, έφτιαξε στο μυαλό μας μια χαβούζα από ερεθίσματα, ένα χυλό, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Τι είναι Τέχνη τι δεν είναι, έκρινε ο καθένας κατά τη γκλάβα του, δίχως γνώμωνα καθολικό ή μέτρο. Κάπου μέσα μας, ωστόσο, ο κλασικισμός δεν ήθελε να πεθάνει και κάποιες τελευταίες ενοχές παρασιτούσαν, εις βάρος της καθαρής ματιάς. Έλεγες πως ήταν μάλλον η προσωπική αδαημοσύνη, που 'φτιαχνε τούτη τη χοάνη των παράταιρων. Πίστευες πως κάπου υπήρχε φυλαγμένος κι εφτασφράγιστος κάποιος χρυσός κανόνας, να μετράς την Τέχνη σε πλάτος και ύψος, μα ήταν κτήμα μόνο των ειδικών και μυημένων.

Κι έρχεται εδώ ο Ντάντο, με τον ορισμό του, να δώσει τη χαριστική βολή και την οριστική ρήξη με το παρελθόν. Η Τέχνη - μάλλον η Τέχνη που κοινωνούμε σήμερα - δεν αλυσοδένεται σε ορισμούς, δεν φυλακίζεται σε οικουμενικές σκοποθεσίες. Στο σημείο αυτό, είναι τώρα φόβος να καταποντιστούμε άμοιροι, με τα στεγανά ξεσκισμένα στους ύφαλους της πλήρους αυθαιρεσίας. Όμως ο Ντάντο ούτ' επιθυμεί κανένα τέλος της Τέχνης, μα ούτε και το εννοεί. Μιλά απλά για το τέλος μιας συγκεκριμένης αντίληψης της Τέχνης. Κι ούτε στιγμή δεν αφήνει τη ματιά μας κενή και γεμάτη απελπισία, να παραπαίει στο σχετικισμό ή το μηδενισμό. Στη θέση της παλιάς θέασης, εγκαθιστά μια καινούργια: γενικότερη μα όχι λιγότερο αυστηρή, τίμια κι ακριβοδίκαιη δίχως να γίνεται τυρρανική.

«Προσπάθησα» λέει «να βρώ μερικά υποχρεωτικά κριτήρια για τον ορισμό της τέχνης. Βρήκα δύο. Ενα έργο τέχνης πρέπει να αντιπροσωπεύει κάτι, δηλαδή να έχει ένα νόημα, κι αυτό το νόημα πρέπει να το ενσωματώνει με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Είμαι σίγουρος πως δεν πρόκειται για έναν ολοκληρωμένο ορισμό, αλλά είναι καλύτερος από οποιονδήποτε φορμαλιστικό ορισμό».

Αν ψαχουλέψει κανείς στο διαδίκτυο, μπορεί να ανατρέξει σε όλες τις διασαφηνίσεις και τις εκλεπτύνσεις, αυτής της τόσο αδρής προσέγγισης κάτι που, ωστόσο, εδώ θα αποφύγω. Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα, ένιωσα ν' αντανακλώνται οι ίδιες μου οι σκέψεις. Σκέψεις όχι φυσικά ίδιας βαρύτητας, καθώς οι γνώσεις μου συγκροτούνται από ράκη και μπαλώματα, παρά βαθιά μελέτη και πολύχρονη τριβή με την Τέχνη. Κι ωστόσο, η εντύπωση αυτή, πως δηλαδή κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει ένα έργο, παρά με μοναδικό μέτρο το έργο καθαυτό - πρόταση που θεωρώ ισοδύναμη - βρίσκει πλέον ένα θεωρητικό της σύμμαχο, ένα σοβαρότερο έδαφος να πατήσει.

Από τις δύο απαιτήσεις του προηγούμενου ορισμού, η δεύτερη φαντάζει σαφώς ισχυρότερη. Ποιος ο λόγος να μιλήσουμε για νόημα, υπό την έννοια, δεν είναι η ύπαρξη ενός νοήματος, κατά κάποιο τρόπο, ευνόητη σε κάθε έργο Τέχνης; Οι άνθρωποι έχουν πάντα πρόθεση, ακόμα κι αν αραδιάζουν ένα σουρεαλιστικό συρφετό - τίποτα δεν είναι στ' αλήθεια τυχαίο και το ασυνείδητο έχει πλέξει το δαιδαλώδες του σχέδιο, ήδη από καιρό. Ακόμα κι ένας παραληρηματικός στην έξαρσή του, έχει έναν πολύ συγκεκριμένο παραλογισμό να εκφράσει. Δε στερείται, ωστόσο, αναγκαιότητας το προφανές. Ο Ντάντο χρειάζεται ένα μέτρο, ώστε να διυλίσει το έργο Τέχνης απ' τον τενεκέ της βιομηχανίας. Ο δεύτερος στερείται οποιουδήποτε νοήματος. Με μια κονσέρβα, κανείς δε θέλει να εκφράσει τίποτα, παρεκτός δηλαδή της επιθυμίας του να την πουλήσει. Μια κονσέρβα, βγαίνοντας απ' τους διαύλους παραγωγής δεν έχει άλλο χαρακτηριστικό από τη χρηστικότητα, δεν ενσωματώνει παρά το υλικό της περιεχόμενο και τίποτα περισσότερο.

Μια κονσέρβα, ωστόσο, σ' ένα επίπεδο πιο πάνω, δεν παύει στιγμή να 'χει την πλούσια σημειολογία της, απ' όπου πιάνεται και ξεκινά η Τέχνη. Εκφράζει, για παράδειγμα, έναν πολιτισμό με τις παραγωγικές και τις κοινωνικές του σχέσεις. Αποτυπώνει όχι απλά ένα συγκεκριμένο τύπο βίου, αλλά πολύ περισσότερο μια συγκεκριμένη θέαση του βίου. Ακόμα κι αυτή η αισθητική της, ξεπερνά τη μυωπία ενός απλού design, γίνεται υπόνοια  μαζικότητας και πινελιά του εφήμερου, γίνεται αίσθημα ευκολίας ή αντιθέτως ευτέλειας. Με μια Μαγκρίτ-εια λακωνικότητα θα τολμούσαμε να καταλήξουμε: μια κονσέρβα δεν είναι μια κονσέρβα.

Από την άλλη, τώρα, ο τρόπος που το έργο ενσωματώνει το νόημά του, είναι ίσως το βασικότερο εργαλείο κριτικής - χωρίς αυτό, φυσικά, να λύνει όλα τα προβλήματα - κι εκείνο που καθορίζει το ύψος ή το βάθος του, τον «αληθινό» του χαρακτήρα. Οι πρώτες ύλες, τα μέσα, οι διαστάσεις και το σχήμα, η θέση κι ο περιβάλλων χώρος, η χρονικότητα ή αχρονικότητά του, με άλλα λόγια ολόκληρη η υλική του υπόσταση, μαζί με τις αμέτρητες θεάσεις και προοπτικές, πώς σαρκώνεται το νόημα, λοιπόν, απ' όλ' αυτά; Είναι το έργο επιτυχές σε τεχνική αρτιότητα, είναι συνεπές με το στόχο του, είναι το νόημα σύμφωνο με τα μέσα; Τούτα τα ερωτήματα δεν είναι διόλου εύκολο ν' απαντηθούν, ακόμα κι αν το 'χεις για πλάκα φτιάξεις μια ντουζίνα από βαθυστόχαστες οδηγίες. Οι αμφισημίες και οι αντισημίες θα αναδύονται ακόμα και στην ευτελέστερη εφαρμογή: είναι για παράδειγμα εύστοχη μια αντιπολεμική ταινία, που χρησιμοποιεί ως μέσο της την άκρατη και ωμή βία; Στο σημείο ετούτο κι αν είναι φυσικά δυνατό, η θέση και η γνώμη του ίδιου του καλλιτέχνη μπορεί να σταθεί καθοριστική. Μα είναι, ωστόσο, συνθήκη ικανή, όχι απαραίτητα αναγκαία. Η γνώση αυτή θα εξυπηρετούσε τους στόχους μιας συγκεκριμένης κριτικής, μα τίποτα περισσσότερο. Το έργο μπορεί κάλλιστα να είναι επιτυχές, με τον καλλιτέχνη να έχει παρ' όλα αυτά αποτύχει στους σκοπούς του. Ενίοτε τα έργα Τέχνης ακολουθούν έναν ξέχωρο, δικό τους δρόμο.

Tuesday, September 2, 2014

Κόσμοι παράλληλοι ...

Συμβαίνει συχνά, να διαβάζει ή να συνειδητοποιεί κανείς πράγματα, τα οποία είναι πρωτογενώς λογικά, δηλαδή σχεδόν αυτονόητα, κι ωστόσο εκπλήσσουν ακριβώς πάνω σε αυτή τη βάση: παρά το προφανές τους, ουδέποτε είχαν περάσει απ' το μυαλό σου, μέχρι τότε. Ένα από αυτά έχει να κάνει και με το διαχωρισμό σε Προϊστορία και Ιστορία. Συνηθίσαμε να σκεφτόμαστε με όρους σχολικού βιβλίου, αποστηθίζοντας όρια, σύνορα και ημερομηνίες. Κι ωστόσο, είναι ηλίου φαεινότερον πως σε καμία περίπτωση σύμπας ο πλανήτης δεν πέρασε το κατώφλι της ιστορικότητας, σε κάποιο σημείο μηδέν, παρά κάθε πολιτισμός με τη σειρά του, μάλιστα με διαφορές πολλών χιλιετιών κι όχι απλά μερικών γενεών.

Έτσι, ξεφυλλίζοντας τη Wikipedia - παραμένοντας πάντα στην Προϊστορική Περίοδο - αντιλαμβάνεται κανείς μιαν εκπληκτική ποικιλομορφία εξέλιξης και ύφους, παγκοσμίως. Σήμερα, αισθάνομαι όμορφα να σταθώ για λίγο στην ακτινοβόλα Αφρικανική Ήπειρο.

Δεν ξέρω αν φταίει η Αφρική καθαυτή, θεωρούμενη ως το βασικό λίκνο της ζωής, ή κάποια δική μου διάθεση υπερβολής, κι όμως η τέχνη της Μαύρης Ηπείρου γέμιζε πάντα τις αισθήσεις μου με μια βαθιά αισιοδοξία κι αγάπη για τη ζωή, το χρώμα, έναν απέραντο σεβασμό για την ύπαρξη. Κι ίσως - καθώς το σκέφτομαι - να μην ήταν καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο αγαπημένος μου Σβάιτσερ, βρήκε στις λέξεις "Ο σεβασμός της ζωής" το σημείο μηδέν, όπου συναπαντώνται - όπως γράφει ο ίδιος - η θετική άποψη της ζωής και η επιβεβαίωση του κόσμου μαζί με την ηθική, πλέοντας αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού Ογκοουέ, κάπου στη Γκαμπόν.

Τα πέτρινα, χρωματιστά σκαριφήματα της Tadrart Acacus, στη Δυτική Λιβύη, μοιάζουν ν' ακτινοβολούν περισσότερο μιαν απροκάλυπτη χαρά ζωής, παρά το μυστικιστικό ημίφως των ευρωπαϊκών σπηλαιογραφιών . Ξεκινώντας κάπου 12.000 χρονια πριν κι ακολουθώντας, μαζί με τα χρόνια, ο ένας καλλιτέχνης μετά τον άλλο προσέθεταν τα δικά τους κομμάτια σ' αυτό το χαρωπό μωσαϊκό, που θυμίζει έντονα κάτι από ταπετσαρία παιδικού δωματίου.


Στην Tadrart Acacus, θα συναντήσουμε επίσης το απαράμιλλο "θάρρος" εκείνου, που τόλμησε να συλλάβει, όχι απλά την εικόνα, αλλά την ίδια την κίνηση και να την απαθανατίσει πάνω στην πέτρα. Τη ζωντάνια που κατάφερε να χαράξει στους αιώνες, θα τη ζήλευε ακόμα κι ένα σύγχρονο cartoon.


Από την άλλη, πως μπορείς ν' αντισταθείς και να μην υποκλιθείς με δέος και σεβασμό, μπροστά στον πηγαίο ερωτισμό αυτής της καθιστής γυναίκας και το "χυτό" τρόπο, με τον οποίο ο καλλιτέχνης δούλεψε το χρώμα του; Στην οροσειρά Tassili n'Ajjer της Αλγερίας, κάπου 9.000 χρόνια πριν ή μεταγενέστερα, αυτή η γυναίκα τρύπωσε στο βράχο κι έμεινε από τότε αθάνατη.


Κι όμως, όταν η αφρικανική τέχνη δεν είναι απλά χαρωπή, μπορεί να γίνει κορυφαία, με κάθε έννοια κι από κάθε όψη. Χωρίς να εγκαταλείψουμε την οροσειρά Tassili n'Ajjer, γινόμαστε μάρτυρες ενός επιτεύγματος ασύλληπτης τέχνης και ευαισθησίας. Χαζεύοντας αυτή την κοιμισμένη αντιλόπη, νιώθεις ότι χαράχτηκε με τόση τρυφερότητα πάνω στο βράχο, ώστε κάποτε ο βράχος λύγισε, γλύκανε και γίνηκε ζυμάρι ζεστό ή μαλακός πηλός, γυρεύοντας να βοηθήσει με κάθε τρόπο τον άνθρωπο, που γύρευε κι αυτός με τη σειρά του, ν' αποθέσει κάπου το νου. Μια καρδιά που συγκινείται, από ένα ζώο που ξαποσταίνει, δε μπορεί να είναι μια καρδιά τυχαία, ούτε ο πολιτισμός που τη γέννησε σκληρός και σκοτεινός.


Μα κι αυτή η ίδια η τεχνοτροπία ξεχωρίζει με τη μοναδικότητά της: πλούσιες βαθιές γραμμές, που αλληλοπλέκονται δίνοντας μια αίσθηση διαφάνειας ή συναρτώνται δίνοντας την εντύπωση μιας περίπλοκης μονοκονδυλιάς. Ποιος σύγχρονος καλλιτέχνης θα τολμούσε να θεωρήσει εαυτόν άξιο, τέτοιου μεγαλείου; Η αλήθεια είναι, ότι παλεύοντας τόσην ώρα με τις λέξεις, προσπαθώντας να περιγράψω τα αισθήματά μου, νιώθω ότι σε κάποιο βαθμό ασεβώ. Ίσως θα ήταν τιμιότερο, αν άφηνα ζεστά δάκρυα αγαλίασης να κυλήσουν αβίαστα στο πρόσωπό μου. Ναι. Τότε μόνο θα είχα πει ακριβώς όσα και όπως έπρεπε γι' αυτό το μικρό αριστούργημα, που αποδείχνει πως η τέχνη δεν εξελίσσεται, απλώς μεταλλάσεται μαζί με τον άνθρωπο μέσα στους αιώνες. Αλλά πάντα και σε κάθε εποχή μεγαλουργούσε και θα μεγαλουργεί, όσο θα υπάρχει συνείδηση του Είναι.

Thursday, August 14, 2014

Αποχαιρετώντας μιαν Αφροδίτη...

Τελευταίος φόρος τιμής - προτού προχωρήσω στην ιστορική μου αναρρίχηση - σε τούτη τη σεμνή, όμορφη Αφροδίτη. Μιαν Αφροδίτη χωρίς πρόσωπο, με τον τρόπο της όμως αρχόντισσα, ανάμεσα στις Αφροδίτες χωρίς πρόσωπο. Με το κεφάλι ελαφρά γυρτό εμπρός, καταφέρνει με τρόπο μαγευτικό, σχεδόν αισθησιακό, να έχει έκφραση δίχως να έχει πρόσωπο. Μοιάζει να χαζεύει τον ίδιο την τον εαυτό, τα μεστωμένα στήθη, στεφανωμένα τρυφερά από τα δύο της χέρια. Κίνηση προφανώς αρχετυπική, αφού προβάλλεται μέχρι τις μέρες μας, μέσα από την ίδια κατάρτιση που μια σύγχρονη επαγγελματίας, εκμαιεύει τον πόθο. Κι όμως, παρά την έκδηλη συμβολική της γονιμότητας, θα μπορούσε να πρόκειται απλά για μιαν Αφροδίτη λουομένη. Η έλλειψη του κάτω μέρους των ποδιών [τα οποία ουδέποτε λαξεύθηκαν] θα μπορούσε, πιθανόν, να συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας θέσης: έτσι ακριβώς θα φαινόταν μια γυναίκα, η οποία έχει αφήσει λίγα μέτρα την όχθη ενός ποταμού ή μιας λίμνης κι έχει προχωρήσει μέχρι τον αστράγαλο, μέσα στο κρυστάλλινο νερό.

Διαβάζει κανείς στην Wikipedia, πως οι "Catherine McCoid and LeRoy McDermott hypothesise that the figurines may have been created as self-portraits". Με κάθε θάρρος, θα μου επιτρέψουν να διαφωνήσω καθώς, εκτός απ' τους πλούσιους θηλυκούς χυμούς, γινόμαστε μέτοχοι μιας ισόποσα ξέχειλης τρυφερότητας! Όχι μόνο απ' τη σεμνή κλίση του λαιμού, αλλά πολύ περισσότερο από την πλούσια, κυματιστή κόμμη, η οποία αποτελεί το πιο καλοδουλεμένο στοιχείο, πάνω στο αγαλματίδιο. Κι ίσως τελικά μια έμμεση μαρτυρία, η οποία μας καθιστά ακούσια λαθραναγνώστες σ' έναν, απ' την αρχή του χρόνου, λησμονημένο έρωτα. Μια έτερη μαγεμένη καρδιά, που λάξευσε τον ασβεστόλιθο με την ίδια επιμέλεια και τρυφερότητα, με την οποία ποθούσε να χαϊδέψει την όμορφη Κυρά του.

Αλλά κι αν, τελικά, ανακαλυφθούν ή υπάρχουν ήδη ένα σωρό Αφροδίτες, πανομοιότυπες ή παρεμφερείς; Και τι μ' αυτό; Μη λησμονούμε στιγμή, τον άνθρωπο πίσω απ' το σύμβολο. Μη λησμονούμε στιγμή, τα αναρίθμητα πλήθη όλων των γυναικών εκείνων, που γεννήθηκαν, πυρπόλησαν τον κόσμο με την ηδονή τους, τον λίπαναν με τα υγραμένα τους αιδοία, τον τιθάσευσαν με τη γονιμότητα ή τον έρωτά τους, πριν καταλήξουν και πάλι στη σιωπή και τη λησμονιά της κοινής μας μοίρας. Πριν γίνουν σύμβολο.


Αφροδίτη του Willendorf
[ Ανώτερη Παλαιολιθική, 28-25.000 π.Χ. ]


Friday, July 4, 2014

Ένσπηλος σύλληψις...


Το 1879 ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος Marcelino Sanz De Sautuola, οδηγημένος λένε απ' το χέρι της 8χρονης κόρης του, έφερε στο φως μια τέχνη χιλιάδες χρόνια θαμμένη μέσα στους βράχους, μια τέχνη πρωτόγονης μα και πρωτόγνωρης ομορφιάς. Κι ωστόσο χλευάστηκε και διασύρθηκε γι' αυτό, κατηγορήθηκε ακόμη και για παραποίηση. Πέθανε κάποτε, πολύ νωρίτερα απ' ότι έπρεπε, προκειμένου να γευτεί την καθυστερημένη του δικαίωση. Η επιστημονική αυθεντία έσκυψε το κεφάλι, 14 χρόνια μετά το θάνατο του Sautuola, παραδεχόμενη ένα σφάλμα, για το οποίο όμως (αν εξαιρέσει κανείς το αλαζονικό ήθος) δύσκολα θα μπορούσαμε να την καταδικάσουμε. Το σπήλαιο στην Αλταμίρα (Ισπανία) ήταν το πρώτο, που αποκάλυψε τα μυστικά της σπηλαιϊκής τοιχογραφίας, ξεκινώντας με χρονολογήσεις που αγγίζουν τα 18.500 χρόνια πριν. Ακολούθησαν κι άλλα: Chauvet, Peche-Merle, Lascaux. Το μωσαϊκό της προϊστορίας άρχισε συμπληρώνεται με τα θραύσματα μιας πραγματικότητας, πολύ πιο πλούσιας, απ' ότι ήταν μέχρι τότε αρεστό ή ανεκτό.

Βλέπετε, χαζεύοντας την απρόσμενα καλοδιατηρημένη μορφή ενός βίσωνα, το βλέμμα αναμετράται όχι απλά με μια αντίληψη περί τέχνης, μα πολύ περισσότερο με μια αντίληψη του χρόνου, τελικά του ίδιου του νου και της ανθρώπινης υπαρκτικότητας. Δε μπορεί παρά να σταθεί κανείς υπνωτισμένος και άφωνος, απέναντι στη σιγουριά και τη φυσικότητα, με την οποία το χρώμα έχει αφεθεί να γλιστρίσει πάνω στο πέτρωμα. Δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί κανείς, μπροστά στη μαεστρία των λεπτών γραμμών ή μπροστά στην αδιαμφισβήτητη οικονομία της αφαίρεσης, η οποία κατεύθυνε το χέρι του πρώιμου καλλιτέχνη. Η οικονομία δε αυτή είναι τέτοιου απαράμμιλου ύψους - δε θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ή να αφαιρέσουμε ούτε μία γραμμή δίχως να επιβαρύνουμε ή να φτωχύνουμε, αντίστοιχα, το σύνολο - που φανερώνει μια εμπειρία και μια ωριμότητα, δύσκολο να παραδεχτεί κανείς για έναν "πρωτόγονο" άνθρωπο.

Όσον αφορά στην τεχνική αρτιότητα, αρκεί να επισημάνουμε ακόμα κι αυτή την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια. Αν εξετάσει κανείς τα δύο μπροστινά πόδια, συνειδητοποιεί αναφανδόν ότι η αφαίρεση δεν έχει καμία σχέση ούτε με την παιδική αφέλεια, ούτε με την καρτουνίστικη ισοπέδωση. Γιατί θα περιμέναμε - ειδικά από έναν "αφελή" πρωτόγονο - τα δύο πόδια να είναι σχεδιασμένα το ένα, ως ακριβές αντίγραφο του άλλου, όπως ακριβώς τα ζώα σε μια παιδική ζωγραφιά ή στα κακότεχνα, αμάθητα σκαριφήματα των ενηλίκων. Κι ωστόσο, ο τρόπος που έχουν απεικονιστεί στο βράχο, καταδεικνύει τη σαφή πρόθεση προοπτικής, καθώς το πρώτο γίνεται ορατό σχεδόν 3/4 ανφάς, δίχως να ξεχωρίζουν οι χηλές, σε αντίθεση με το δεύτερο. Κι έτσι, ενώ δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για ξεκάθαρα "τριδιάστατη" απεικόνιση, η καλλιτεχνική αντιληπτικότητα έχει κάνει ήδη το πρώτο βήμα: ένα μέρος του ζώου αγωνίζεται να ξεκολλήσει απ' το βράχο και να σε κοιτάξει κατάμματα.

Βλέμμα, λοιπόν, σαφώς εξασκημένο πάνω στο αντικείμενό του και χέρι με σταθερή πρόθεση. Ποιο άλλο εφόδιο χρειάζεται κανείς για να χαρακτηριστεί μεγάλος καλλιτέχνης; Κανένα, θα έπρεπε να είναι η απάντησή μας, αν η κρίση μας στεκόταν ανόθευτη απ' την ύστερη, συσσωρευμένη, αντιληπτική εκλέπτυνση, η οποία όμως δεν είναι ατομική κατάκτηση, αλλά ιστορική κληρονομιά ενός ολόκληρου είδους, δηλαδή του ανθρώπινου.

Δεν θα ήταν ψέμα, αν ισχυριζόμασταν ότι όσο περισσότερη ώρα παρατηρεί κανείς, αρχίζει να υπόκειται σε μια ακατανίκη έλξη, μετέχει σε μια μυσταγωγία, άρρηκτα μάλλον συνδυασμένη με το ζωϊκό μας ψυχισμό, βαθιά, πίσω απ' τα πολιτιστικά φαινόμενα. Δε μπορεί κανείς να μην αναρρωτηθεί αν ήταν αυτό το ίδιο συναίσθημα - αποκαθαρμένο από τα φερτά στοιχεία των αιώνων που μεσολάβησαν - που προσέδιδε αναπόφευκτα μαγικές δυνάμεις, στις πρώιμες απεικονίσεις. Μη βιαστούμε σε μειδιάματα, διακριτικού σαρκασμού. Ποιος δεν έχει σταθεί, καλοκαίρι, σε κάποιο πλακόστρωτο ή μια προκυμαία, χαζεύοντας το χέρι ενός πλανώδιου καλλιτέχνη; Κι αν κάποιος αδυνατεί να διακρίνει τη μαγεία, καθώς το χαρτί αποκτά σιγά-σιγά βάθος κι η ζωή ξεπροβάλλει από το πουθενά, ας σηκώσει ελάχιστα το βλέμμα κι ας αντικρύσει εκείνο ενός παιδιού, που στέκει παράμερα και χαζεύει. Η μαγεία έχει αυτό ακριβώς το χάρισμα, να βρίσκει καλούς αγωγούς, σχεδόν οπουδήποτε. Φυσικά, για εκείνον μονάχα, ο οποίος με ειλικρίνεια την αναζητά.

Thursday, July 3, 2014

Και εγένετο Τέχνη...



Αφροδίτη του Hohle Fels
[ Ύστερη Παλαιολιθική, 35-45.000 έτη ]

Και ξαφνικά, τα πρώτα αδιαμφισβήτητα - από όλους - δείγματα τέχνης, είναι ήδη τόσο σχηματικά και σημειολογικά ώριμα, που δε μπορεί παρά να απορεί κανείς. Πώς, δηλαδή, από την υποψία και την επιφύλαξη, βρεθήκαμε με άλμα τεράστιο στην τελειωμένη Τέχνη. Ο χρόνος και η φθορά έχουν, πιθανότατα κι αυτά, το δικό τους τρόπο να ειρωνεύονται την ανθρώπινη δίψα για κατανόηση, τεμαχίζοντας τις αλυσίδες αιτιών κι αιτιατών. Κι ωστόσο, το παράδοξο έγκειται στην ποσότητα κι όχι στην ποιότητα: αντί για μικρές ασυνέχειες διάσπαρτες, εδώ κι εκεί, τεράστια χάσματα κι άβυσσοι. Ίσως κάποιο καλά κρυμμένο Φαγιούμ της Παλαιολιθικής, περιμένει ακόμα υπομονετικά τ' ανθρώπινο χέρι, να το φέρει και πάλι στο φως. Ν' αποκαλύψει εκείνο το ενδιάμεσο στάδιο, όπου η ματιά ξεκίνησε να δίνει τη σκυτάλη στο χέρι κι ο μαγεμένος γινόταν, δειλά-δειλά, ο μάγος.

Θα μπορούσε, όμως, αυτό το ενδιάμεσο στάδιο να μην υπάρχει καθόλου; Σκεφτόμαστε με αλυσίδες και κλίμακες κι ίσως ξεχνάμε πόσο σημαντικά είναι στην ιστορία μας τα άλματα. Άλματα, που βασίστηκαν στην τυχαιότητα ή την αποτυχία, παρά στο θρίαμβο της συλλογιστικής και της στρατηγικής. Θ' αρκούσαν ίσως, σ' εκείνο το "πρώτο χέρι", άτσαλο και αμάθητο, επιφυλακτικό καθώς ήταν στην αρχή, μερικές άστοχες κινήσεις, μερικά λοξοδρομήματα απειρίας, για να προσλάβει η μορφή μια τελειότητα απρόσμενη. Μπορώ ακόμη και να φανταστώ την έκπληξη και το δέος, εκείνου του πρώτου "καλλι-τεχνίτη", μπροστά στην αναπάντεχη και μαγική ομοιότητα του άψυχου με το έμψυχο. Το άλμα συντελέστηκε, λοιπόν. Το μόνο, που χρειάστηκε για τη συνέχεια, ήταν η απλή μίμηση. Αλλά μ' αυτήν την τελευταία μας είχε προικήσει η φύση πολύ νωρίτερα και γι' άλλους λόγους. Το υπόλοιπο της διήγησης κυλάει τόσο αυθόρμητα, ώστε καμιά φορά γυρίζοντας πίσω, δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε τίποτε φυσικότερο από το αναπάντεχο άλμα και την έκπληξη.

Μήπως, πάλι θα μπορούσε να είναι μια έμφυτη απεικονιστική δύναμη, ένα παράπλευρο εξελικτικό κέρδος; Μήπως, το άλμα δεν είναι τυχαίο, αλλά απλά αναπόφευκτο; Και τη στιγμή, που ο εγκέφαλος έδωσε την πρώτη απεικονιστική εντολή, ήταν ήδη αρκετά ώριμος ώστε να ξεκινήσει όχι απ' το πρώτο, μα διαμιάς από το δεύτερο ή το τρίτο σκαλοπάτι; Μπορεί όλα ετούτα να έχουν ήδη απαντηθεί ή σχολιαστεί εκτενώς από την επιστημοσύνη της Τέχνης. Κι ωστόσο είναι τόσο όμορφο ν' ανακαλύπτεις ξανά τον κόσμο από μόνος σου...



Άνθρωπος-Λιοντάρι του Hohlenstein Stadel
[ Ύστερη Παλαιολιθική, 40.000 έτη ]

Wednesday, June 12, 2013

Μάσκα αποκεκαλυμμένη...


Η μάσκα του La Roche-Cotard...
[Μέση Παλαιολιθική]

Η διάβρωση μπορεί φτιάξει πολλά αξιοπερίεργα, πρόθεση όμως δε μπορεί να φτιάξει. Μπορεί, βέβαια, να εξαπατήσει πως έχει. Αλλά ακόμη κι αυτό, θα απαιτούσε μια πρόθεση. Φαύλος κύκλος. Η πρόθεση στη μάσκα του La Roche Cotard, ωστόσο, δεν πρέπει να αναζητείται ούτε στη διάβρωση, ούτε στο σχήμα, παρά στο σφηνοειδές οστό, που διατρέχει την πέτρα, σαν μακρινός απόηχος μιας επιθυμίας. Αν τώρα αντικρύζουμε μπροστά μας ένα αντικείμενο τέχνης ή ένα εργαλείο, ένα τελετουργικό κόσμημα ή ένα μηχανισμό, ίσως ποτέ να μη μάθουμε. Αλλά μπορούμε να μάθουμε κάτι για το βλέμμα. Γιατί ποιος αποφάσισε και πότε, πως ένα εργαλείο δεν είναι αντικείμενο τέχνης και μάλιστα κορυφαίας; πως η τέχνη δεν είναι χρηστική ή το χρηστικό δεν είναι τέχνη; Φαντάζομαι το δέος του σχήματος και τη μορφής, που θα προκαλούνταν στο νου του πρωτόγονου, αγγίζοντας ή θαυμάζοντας μια καλοδουλεμένη αιχμή δόρατος, ένα τσεκούρι σμιλεμένο με περισσό μεράκι.

Τα χέρια μου είναι από την πάστα εκείνη που λέμε "δεν πιάνουν" και τόσο. Ωστόσο, κοιτάζοντας ένα απλό γρανάζι, ακόμη κι ένα χοντροκομμένο σφυρί, δε μπορώ να μείνω ασυγκίνητος απ' την δυναμική μορφή, απ' την απαράμιλλη τέχνη, που όχι μόνο μπολιάζει το νου με μια διαφορετική εικόνα του κόσμου, αλλά συνάμα με μια πρόσκληση συμμετοχής και μετασχηματισμού του. Θα πρέπει να διδάξουμε ξανά το μυαλό μας να είναι παιδί. Υπάρχει άνθρωπος που δεν απέμεινε για λίγο αμήχανος, μπροστά στη μαγεία των περιελίξεων μιας απλής βίδας, μπροστά στο πεπερασμένο μέταλλο που κυματίζει, αενάως περιελισσόμενο και αποελισσόμενο; Υπάρχει άνθρωπος που δεν άφησε τη φαντασία του ή τα χέρια του, να αναμετρηθούν με την πρόκληση του μηχανισμού μιας απλής κλειδαριάς; Πόσοι μπορούν να ομολογήσουν - από εμάς τους κοινούς - πως υποκλίθηκαν με την ίδια κατάνυξη μπροστά σε μια Μόνα Λίζα ή σ' έναν Καντίνσκι;

Sunday, June 9, 2013

Αφροδίτες της Γης...


Αφροδίτη του Berekhat Ram...
[Μέση Παλαιολιθική, 250 χιλ. έτη π.Χ.]


Αφροδίτη του Tan-Tan...
[Μέση Παλαιολιθική, 300 χιλ. έτη π.Χ.]

Κόρες της πέτρας, του νερού, κόρες μιας Αφροδίτης από πηλό, στην ποδιά σας "σφάζονται" οι ειδικοί, αναζητώντας μια πρόθεση πίσω απ' το σχήμα. Ψηλαφώντας τη μορφή σας, παρακαλούν να τους διηγηθεί μιαν ιστορία. Αλλά έχει τόση σημασία, τελικά, αν πρόκειται για απλό σκέρτσο γήινης τυχαιότητας ή για την ιστορία τόλμης ενός χεριού; Πότε στ' αλήθεια, ποια χρονική στιγμή, ένα υλικό υπερβαίνει εαυτόν; Στη μέγγενη, πρώτα, μιας φθοράς που εξαπατά - μέσω της σπανιότητας - ή στην τεχνική ενός εκόντα δημιουργού; Σ' εκείνη τη χρυσή τομή ακριβώς ανάμεσά τους, ισχυρίζομαι εγώ.

Αφροδίτες της γης, έχει καμία σημασία αν σας σμίλεψε χέρι ανθρώπινο, θλίψη βράχων, ροπές υδάτων ή σκληράδα εκατό ηλίων; Μήπως, πάντα έτσι δεν ήταν - δεν είναι; Το θαύμα να γεννιέται τότε - πριν το χέρι και δίχως αυτό - ευθύς μόλις τα βλέμματα πάρουν τη σωστή τους θέση; Να γιατί δεν υστερείτε απ' την Τέχνη στο παραμικρό. Γιατί γεννηθήκατε σ' εκείνο το σημείο μηδέν, όταν η ανθρώπινη ματιά αντίκρυσε στον ασμίλευτο βράχο, για πρώτη φορά, μια μάτια που την αντικοίταζε. Το χέρι ήρθε, μάλλον, πολύ αργότερα.